ἁλιανθής


ἁλιανθής
ἁλι-ανθής, meerblühend, purpurfarbig

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • αλιανθής — ἁλιανθής, ὲς (Α) αυτός που βλαστάνει στη θάλασσα, που έχει το λαμπρό χρώμα τής πορφύρας. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἁλι (< ἅλς) + ανθὴς < ἄνθος] …   Dictionary of Greek

  • ἁλιανθές — ἁλιανθής sea blooming masc/fem voc sg ἁλιανθής sea blooming neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άνθος — Βασικό τμήμα κάθε φυτού, αν και υπάρχουν φυτά που δεν ανθοφορούν.Λέγεται και λουλούδι. Το ά. είναι το μέρος του φυτού που περιέχει τα όργανα της εγγενούς αναπαραγωγής· κατά κανόνα είναι το πιο όμορφο, το πιο φανταχτερό και το πιο ευωδιαστό μέρος… …   Dictionary of Greek

  • ἁλιανθέι — ἁλιανθέϊ , ἁλιανθής sea blooming dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.